Ροή Ειδήσεων:

Τι θα πεί "λαμόγιο" και πώς βγήκε

Κυριακή 15 Ιουνίου 2014


Ετυμολογία

λαμόγιο < Η λέξη λαμόγια προέρχεται από το ιταλικό έναρθρο ουσιαστικό «la moglie» (πρφ.: λα μόγιε – μτφ.: η σύζυγος). Τη στιγμή που κάποιος Ιταλός χαρτοπαίκτης κέρδιζε και ήθελε να φύγει από το τραπέζι για να μη ξαναχάσει, φώναζε, δήθεν φοβισμένος «la moglie, la moglie», (λαμόγιε…), ότι, δήθεν, τον έψαχνε η γυναίκα του, βούταγε βιαστικά τα χρήματα και έφευγε τρέχοντας (την έκανε λαμόγιο δεν τήρουσε, δηλαδή, τις υποσχέσεις του.

Ουσιαστικό

λαμόγιο ουδέτερο και λαμόγιας αρσενικό

(κακόσημο) που υποκρίνεται τον αγοραστή για να προσελκύσει πελάτες για χάρη κάποιου        άλλου· που επωφελείται εξαπατώντας κι έπειτα αποχωρεί. Η πράξη στο σύνολό της αποκαλείται λαμογιά.

Εκφράσεις

την κάνω λαμόγιο: εξαπατώ κάποιον και εξαφανίζομαι

Συνώνυμα: αβανταδόρος - απατεώνας - καιροσκόπος

Λαμόγιας > Λαμογιά ή Λαμογιά > Λαμόγιας

Μάλλον προερχεται απο το ιτ. Λα μόλιε ("La moglie") η γυναίκα ή σύζυγος, την οποια χρησιμοποιουσε (διαβαζε "εξέδιδε") ο συζυγος προκειμένου να αποκοίσει προσωπικά οφέλη.
Το gl στα Ιταλικα προφερεται λ αλλά κάποιος πού το το διαβάζει ως λατινικό το λεει λαμόγλιε > λαμογλιές > λαμογιές > λαμόγιας = αυτός που κανει λαμογιές.

Ισως όμως και από το Ιταλικό όλιο μίο (Olio mio = Το λάδι μου) > Ο λιομιος> λιομίος >λομιγιος> λαμόγιος>λαμόγιας .

Ο Μπαμπινιωτης λεει οτι σημαινει αυτον που εκμεταλλευεται μια κατάσταση ή θεση για την αποκομιση οφέλους, ο αβανταδόρος, ο καιροσκοπος. Το Λάδι (λάδωμα) ειναι το κύριο μέσον σε αυτές τις περιπτώσεις. Οι τοσες μεταπτώσεις εξηγουνται απο το γεγονος οτι η ετυμολογια ειναι σκοτεινη, το ο-μικρόν θεωρηθηκε σαν αρθρο. Ο Μπαμπινιώτης το αναφέρει ως "Αγνώστου Ετύμου".
Share this Article on :

Δεν υπάρχουν σχόλια:

 
© Copyright KateriniGoal - Nick Gkimpis 2011 - 2017 All Rights Reserved