Ροή Ειδήσεων:

ΠΙΕΡΙΚΟΣ

Γ ΕΘΝΙΚΗ

ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ KAI CLUB

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φεστιβάλ Ολύμπου 2014. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φεστιβάλ Ολύμπου 2014. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Φεστιβάλ Ολύμπου 2014: Χιώτης mambo! - Μουσικές διαδρομές της Αυστρίας

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Χιώτης mambo!


 
Με την Πολυτονική Ορχήστρα του Δήμου Κατερίνης

Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του 43ου Φεστιβάλ Ολύμπου την Τετάρτη 20 Αυγούστου στο Αρχαίο Θέατρο του Δίου, στις 9.00 μμ,  το κοινό θα έχει τη χαρά να απολαύσει ένα μοναδικό μουσικό αφιέρωμα στον Μανώλη Χιώτη.

Για τη συναυλία αυτή η Ευαγγελία Ράπτη - Στεργιούλα, γράφει:
 Χιώτη, μάμπο…

Φωνάζει η Λίντα στο τέλος του κομματιού «Περασμένες μου αγάπες». Αυτός είναι και ο τίτλος της εκδήλωσης της αφιερωμένης στον Μανώλη Χιώτη. Ο «αρχοντορεμπέτης, ο μετρ, ο γόης» Μανώλης Χιώτης – το επίθετο δηλώνει την καταγωγή από την ιδιαίτερη πατρίδα του πατέρα του τη Χίο- ήταν ο καλλιτέχνης που εισήγαγε την τέταρτη χορδή στο μπουζούκι και το ίδιο το μπουζούκι στα σαλόνια, γινόμενο έτσι το σύμβολο της ελληνικής μουσικής. Η δημιουργικότατη και περίλαμπρη  για τον ίδιο δεκαετία του ’60 είναι η εποχή των απανωτών σουξέ και εμφανίσεων στον κινηματογράφο. Τότε «η πειραματική του διάθεση θα φέρει τους πρώτους λάτιν ρυθμούς στο ελληνικό πεντάγραμμο: μάμπο, σάμπα, ρούμπα και δεν συμμαζεύεται. Οι νεωτερισμοί του αυτοί θα τον διαφοροποιήσουν καθοριστικά από τους άλλους μεγάλους λαϊκούς συνθέτες της εποχής, μετατρέποντάς τον σε εισηγητή μιας ιδιαίτερης μουσικής σχολής. Γι' αυτό και ο αθηναϊκός Τύπος τον αποκαλούσε «οδηγό του μπουζουκιού στα σαλόνια».

«Περασμένες μου Αγάπες», ρούμπα απ τις λίγες, με ίσως το καλύτερο σόλο που έχει παιχτεί ποτέ σε έγχορδο! Και μιλάμε για τρελές ταχύτητες. Ο Χιώτης ήταν όλα τα λεφτά! Είναι η εποχή που τον άκουσε ο Jimi Hendrix κι εντυπωσιάστηκε, λέγοντας μετά από ένα ρεσιτάλ στο Σικάγο… «Ο Χιώτης είναι ο καλύτερος κιθαρίστας στον κόσμο».

Πρωταγωνίστρια του αφιερώματος είναι η Πολυτονική Ορχήστρα του Δημοτικού Ωδείου Κατερίνης, η οποία δημιουργήθηκε το 2007 από τον διευθυντή της Παναγιώτη Λυμπανοβνό, και αριθμεί 50 μέλη με βιολιά, σαξόφωνα, τρομπέτα,  φλάουτα, φλογερές, κλαρινέτα, ακορντεόν, κιθάρες μπάσο, μπουζούκια, μαντολίνα, μεταλλόφωνο, πιάνο, keyboard (πλήκτρα), κρουστά και τύμπανα. Θα ακουστούν οι φωνές των Καλλιφατίδη Αλέξανδρου, Καψάλη Κωνσταντίνου, Δραγασιά Μαρίας, Κωστοπούλου Βασιλικής και Φωτοπούλου Μαρίας.

Γι’ αυτό η βραδιά της Τετάρτης 20 Αυγούστου και ώρα 21:00 στο Θέατρο του Δίου αναμένεται να είναι από τις πιο απολαυστικές, καθώς οι μπουζουκοπενιές και τα σουξέ μιας λαμπρής εποχής στο λαϊκό ελληνικό τραγούδι υπόσχονται να μαγέψουν το κοινό.

Μουσικές διαδρομές της Αυστρίας 

Β.Α. Μότσαρτ, Φ. Σούμπερτ, Α. Μπρούκνερ, Γκ. Μάλερ, Γ. Στράους και Φ. Λέχαρ

Σκηνοθεσία: Γιώργος Ρεμούνδος. 

"Μας ταξίδεψε στην Αυστρία, στη Βιέννη, στους δρόμους της πόλης, στα μουσεία και στους μαγικούς ήχους της. Πήραμε μια μικρή γεύση από μια μεγάλη τέχνη, την κλασική μουσική".
Σοφία Ελευθεριάδου - Φιλόλογος 

H Αυστριακή Πρεσβεία στην Αθήνα, το επίτιμο Προξενείο της Αυστρίας στη Θεσσαλονίκη και το Φεστιβάλ Ολύμπου συνέπραξαν με τον σκηνοθέτη Γιώργο Ρεμούνδο στην διοργάνωση της μουσικής αυτής εκδήλωσης που στοχεύει ν’ αναδείξει ιδιαίτερα πολιτιστικά στοιχεία της Αυστρίας, ως τιμώμενης χώρας. Βασικός φορέας της παράστασης είναι η «Χορωδία Πειραιώς – 1960», σημαντικός μουσικός οργανισμός του Πειραιά, που επί 54 συνεχή χρόνια ερμηνεύει ένα ευρύ ρεπερτόριο από το κλασσικό τραγούδι μέχρι τους σύγχρονους ξένους και Έλληνες συνθέτες. Την χορωδία και την μικρή συμφωνική ορχήστρα διδάσκει και διευθύνει ο μαέστρος και συνθέτης Κώστας Δρακάκης.

Mε την υποστήριξη της Πρεσβείας της Αυστρίας.

Φωτορεπορτάζ του Ευριπίδη Θεοδοσίου. Αρχαίο θέατρο Δίου, 17.8.2014

Ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου στο Κάστρο του Πλαταμώνα

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014


Μια εξαιρετική συναυλία του Βασίλη Παπακωνσταντίνου είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν οι φίλες και φίλοι του ταλαντούχου ερμηνευτή την Τετάρτη 13 Αυγούστου στο Κάστρο του Πλαταμώνα, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του 43ου Φεστιβάλ Ολύμπου.

Πλήθος κόσμου άρχισε από νωρίς να συρρέει στον ιερό χώρο του Κάστρου, ώστε, έως την ώρα την παράστασης, η κοσμοσυρροή να είναι τόσο μεγάλη που κατακλύζεται  όλη η προσβάσιμη έκταση, από τη σκηνή μπροστά έως ψηλά τα τείχη. Μαγεία όλη η ατμόσφαιρα: τα φώτα της σκηνής, το φωτισμένο Κάστρο σαν θεϊκό ανάκτορο κρεμάμενο στον ουρανό, η θάλασσα καθρέφτης του νυχτερινού ουρανού, και εμπρός των θεατών ο Άγιος Παντελεήμων, το χωριό με την πανοραμική του θέα.

Αρχίζουν τα όργανα να παίζουν, ακούγεται δυναμική η μουσική τους και σε λίγο η φωνή του μεγάλου ερμηνευτή να τραγουδά για τον Τρίτο Παγκόσμιο, στίχοι του Γιάννη Νεγρεπόντη και μουσική του Μάνου Λοΐζου «Ο Πέτρος, ο Γιόχαν κι ο Φράνς σε φάμπρικα δούλευαν φτιάχνοντας τανκς … αχώριστοι γίνανε φτιάχνοντας τανκς… ποτέ τους δε διάβασαν Μαρξ, ιδέα δεν είχαν για τραστ και για κραχ… Και πριν μάθουν τι είπε ο Μαρξ στρατιώτες τους πήραν στον πόλεμο παν…». Και αρχίζουν αμέσως τα σφυρίγματα και το ζητοκραυγάσματα.

«Καλώς τους! Καλώς βρεθήκαμε!» χαιρετίζει τους θεατές ο Παπακωνσταντίνου.  «Τι ωραία που ναι εδώ πάνω! Πρώτη φορά έρχομαι. Και ήθελα να ευχαριστήσω γι’ αυτό τους εθελοντές που ακόμα προσπαθούν να διατηρήσουν πολιτισμό». Με μερική δόση αστεϊσμού θα προσθέσει: «Τούτο δω είναι το 43ο Φεστιβάλ του Ολύμπου και απορώ πώς δεν το είχα εγκαινιάσει εγώ, για τρία χρόνια με προλάβατε. Τα πιο πολλά τα έχω εγκαινιάσει». Συνεχίζει τον λόγο του εξηγώντας τον λόγο που άρχισε με το παραπάνω συγκεκριμένο τραγούδι. 

Γιατί «πριν 40 χρόνια, από το καλοκαίρι του 1974, που μ’ αυτό το τραγούδι μπήκα στα σπίτια σας και σας ευχαριστώ… με τη φωνή μου βέβαια… και σας ευχαριστώ για τη σαραντάχρονη φιλοξενία». Εκφράζει τη διαπίστωση ότι «τα πράγματα από τότε βαίνουν πάντα προς το χειρότερο και δεν ξέρω τι θα γίνει στο μέλλον. … όποιος έχει ένα φιλότιμο και μία συνείδηση θα πρέπει να δηλώνει πάντα «παρών»».

Συνεχίζει με ένα καινούργιο ακυκλοφόρητο τραγούδι που αναφέρεται στη σημερινή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, την τόσο εξόφθαλμη, κατά τα λεγόμενά του, το «Χαίρε Υπουργέ», ένα πολύστιχο τραγούδι του οποίου τους στίχους των κουπλέ έγραψε ο Απόστολος Μπουλασίκης, ενώ τους στίχους στα ρεφρέν τους έγραψαν «τα χρόνια στα μνημόνια»: «Χαίρε υπουργέ της ανεξαρτησίας, Χαίρε υπουργέ της πατριδογνωσίας, Χαίρε υπουργέ της μιντιοκρατίας, Της έννομης της βίας, της αποικιοκρατίας…».

Και με ειρωνικό τρόπο αναζητά τις κάμερες. «Παντού είναι οι κάμερες. Αλλά δεν πρέπει να μας φοβίζει κάτι τέτοιο. Είναι για την προστασία μας. Πρέπει ανά πάσα στιγμή να ξέρουν που βρισκόμαστε, για να μας προστατέψουν. Έτσι, λοιπόν, εγώ νιώθω πολύ προστατευμένος. Από παντού! Τέτοια προστασία! Από δω, από κει, από μπροστά και κυρίως από πίσω». Έτσι, αφιερώνει το επόμενο τραγούδι στον σύγχρονο «Μεγάλο Αδελφό και… τις αδελφές του».  God bless America (Ο Θεός ευλογεί την Αμερική» είναι ο τίτλος του τραγουδιού και «God bless America, μια στιγμή να στεγνώσει το αίμα. God bless America, θα γλιτώσεις κι εσύ, αν θα δεις την αλήθεια σαν ψέμα…». Και η ειρωνεία είναι ευδιάκριτη και στην ερμηνεία του τραγουδιού, μέσα από το χρώμα της φωνής του. Ακολουθεί το «Μπολερό» από τον δίσκο του «Πορτραίτο Νο. 1» του 2011: «Αυτά που έχω αρνηθεί τα συναντώ σε μια στροφή του άδειου δρόμου, στη προσευχή ενός παιδιού, στην αγκαλιά του σκοταδιού και στ’ όνειρο μου», το «Μπουμ»: «Έπειτα απ' το μεγάλο μπουμ χίλιοι φακοί να κάνουν ζουμ, πλάνα ωραία της καταστροφής με φωτιές και σάρκες να τραφείς», η «Πρέβεζα»: «Βάσις φρουρά εξηκονταρχία Πρεβέζης. Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα. Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης, πρώτη κατάθεσης δραχμαί τριάντα», το «Φοβάμαι»: «Φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα...», το «Κουρσάρος»: «Στην άσφαλτο κουρσάρος με καράβι τη μοτοσυκλέτα… Στα 18 σου έσπασες τα φρένα, ταξιδεύεις για ταξίδια άλλα… Μονάχος χάραμα, χάραμα στη λεωφόρο  και περιμένεις ασθενοφόρο, από τις τρεις και δέκα σκοτωμένος….». 

Όλα τους τραγούδια με ιστορία, πολύστιχα, μακροσκελή. Και στα ρεφραίν το πλήθος των θεατών τραγουδά μαζί του και όρθιο αναπηδά στους μουσικούς ρυθμούς.  Τα παλαμάκια στο τέλος κάθε κομματιού «δίνουν και παίρνουν».

Η ιστορία ενός μουσικού, στη συνέχεια, που «ήθελε να αλλάξει τον κόσμο και να τον φέρει στα  μέτρα του, ενώ ο κόσμος τον πάει στα δικά του τα μέτρα». Είναι μια αληθινή ιστορία, σε στίχους του Άλκη Αλκαίου και μουσική του Σταμάτη Μεσημέρη, το «Πόρτο Ρίκο»: «Θυμάμαι σαν παιδί γελούσε και έλεγε στην σέλα ακροβατώντας ποδηλάτου: Τον κόσμο εμείς θα φέρουμε στα μέτρα μας πριν να μας φέρει εκείνος στα δικά του. Μα ο κόσμος προχωρά χωρίς να μας ρωτά κλεισμένοι δρόμοι, κλέφτες και αστυνόμοι αγάπα το κελί σου, του παν, κι ύστερα έξω πιο μόνος μα γελούσε ακόμη».

Και πώς ήταν δυνατόν να λείπει το «Τσε» του 1974, σε στίχους και μουσική του Μάνου Λοΐζου: «Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα. Μια φωτογραφία σου απ’ τα ξένα. Απ’ αυτές που κρατάν οι φοιτητές. Απ’ αυτές που ξεσκίζει ο χαφιές. Απ’ αυτές που κρεμάν οι φοιτητές  στην καρδία τους. Τσε Γκεβάρα». Το επόμενο αιτιολογεί την προτροπή του ερμηνευτή «ποτέ μην φορέσετε άσπρη καμπαρντίνα», σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου και μουσική του Χριστόφορου Κροκίδη, με ρεφραίν «Μόνο η βροχή ξέρει μόνο η βροχή ξέρει και λέει τραγούδι βουβό. Μόνο η βροχή κλαίει μόνο η βροχή κλαίει μ’ ένα τραγούδι μισό...».   Να γιατί οι φίλοι του Παπακωνσταντίνου γράφουν: «Βασίλη, είσαι άπαιχτος. Όταν τραγουδάς, κεντάς στο στίχο και την μουσική. Γι' αυτό πάντα θα ξεχωρίζεις από όλους....».

Αλλά ποιος δεν τραγούδησε και δεν αγάπησε τη «Στέλλα», τους στίχους του Γιώργου Οικονομέα και μουσική του Γιάννη Ζουγανέλη: «Και γω σου λέω Στέλλα, στην αγκαλιά μου έλα να κοιμηθείς. Είναι μεγάλη η μέρα, αδέσποτη σαν σφαίρα και θα χαθείς». Ακολουθεί η «Βικτώρια», στίχοι του Άλκη Αλκαίου, του 1991: «Κάνει μια ψύχρα απόψε που με αρρωσταίνει κι έχω χαθεί στης πολιτείας τα στενά, εσύ κοιμάσαι σε μια θάλασσα αφρισμένη κι εγώ βουλιάζω κάθε νύχτα στη στεριά». Και αυτό μια ολόκληρη αφήγηση! Για την ερμηνεία αυτού του κομματιού γράψανε: «μοναδικό, ασύλληπτο, κάθε φορά που το ακούω δακρύζω και ανατριχιάζω... μερικοί άνθρωποι είναι ξεχωριστοί. Σ’ ευχαριστώ, Βασίλη, που με συγκινείς ακόμα».

«Οι ψυχές και οι αγάπες» του 1997 με την υπέροχη μελωδία κερδίζουν τους παρισταμένους: 

«Οι ψυχές και οι αγάπες σιαμαίες αυταπάτες, όμοιες σαν άσπρα πλήκτρα, σαν φωτάκια μες τη νύκτα, βρίσκουν σώματα παρθένα στη συνήθεια πουλημένα με φιλιά τα εξαγνίζουν τους χαρίζονται». Με τον τρόπο του τους ξεσηκώνει όλους να τραγουδήσουν μαζί του, τουλάχιστον στο ρεφραίν. Εξάλλου, είναι πολύ δύσκολο σε τέτοια τραγούδια να θυμάται κανείς όλους τους στίχους. Και αυτό είναι εκπληκτικό για τον Βασίλη, ειδικά σε τόσο ταχύ ρυθμό.

Επαινεί τους συνεργάτες του, μας αφήνει για λίγο μαζί τους και «υπόσχεται πολλά πολλά περισσότερα, μόλις γυρίσει». Ακούστηκαν τραγούδια από τη Μαίρη Μπρόζη, η οποία έπαιζε υπέροχο βιολί στην πολύ απαιτητική μουσική του Παπακωνσταντίνου που εντυπωσίασε το κοινό, η Φρόσω Στυλιανού και ο Γιάννης Αυγέρης με την κιθάρα του. Για 20 λεπτά μας διασκέδασαν και επέδειξαν τα δικά τους τάλαντα! Έτσι ο χρόνος κύλησε γοργά. Και πάλι στη Σκηνή ο μεγάλος ερμηνευτής σφεντόνα με τη «Σφεντόνα», ένα τραγούδι απόλυτα ταιριαστό με τον ίδιο: «Σαράντα χρόνια έφηβος πλέον μισό αιώνα, το καλοκαίρι άσπριζα,
μαύριζα τον χειμώνα».

Και έρχεται κατόπιν ο «Μαύρος γάτος» του 1984 σε στίχους του Θανάση Παπακωνσταντίνου: «Ήταν ένας γάτος μαύρος πονηρός κάθε που εβράδιαζε ντύνονταν γαμπρός… Αχ καημένε γάτο μου την έχεις πια βαμμένη
του έθνους τα λαγωνικά στην έχουνε στημένη
». Τελικά ο Βασίλης είναι «παντοτινή μουσική» και όχι «κάτι τη στιγμής». Έχει αυτό που κάνει όσους τον ακούν να λένε «Βασίλη, σ’ αγαπάμε!».

«Άσε με να κάνω λάθος. Μην μου λες πως είν’ ντροπή, άσε με να βρω μονάχος ποιο το τέλος ποια η αρχή»,  σε στίχους και μουσική του Ανδρέα Τσιλιφώνη, ξεσηκώνει τους «επιρρεπείς» νέους. Εξάλλου και ποιος δεν αισθανόταν νέος εκείνο το βράδυ!

Ακολουθούν το «Όλα από χέρι καμένα», το οποίο έδωσε την αφορμή στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου να πει «δεν υπάρχουν πρόστυχες λέξεις, υπάρχουν πρόστυχα μυαλά. Και όσοι απαντούν ειλικρινά μπορούν να απαντούν με όποιες λέξεις θέλουν», το «τολμηρό» στον τίτλο «Όταν γυρίσω θα τους γαμήσω», αφού όπως λένε και στίχοι του τραγουδιού 

«Έτσι μου είπαν να σας τα γράψω, έτσι μου είπαν λόγω τιμής, μαζί τους είμαστε κι εμείς μαζί σας είμαστε κι εμείς». Σειρά έχει το «Venceremos» (θα νικήσουμε»), στίχοι του Νικόλα Άσιμου: «Ξέρουμε πως είναι ψέμα μα ας γίνουμε τα δυο μας ένα. Δες θα φτιάχνουμε στιχάκια να περπατάν σαν καβουράκια. Πλάγια κι ακριβά τα χάδια, φως αχνό μες στα σκοτάδια. Μ’ ένα μου πήδο θα σε ξαναβρώ στο μαγκανοπήγαδο της ήττας μου περνώ Venceremos, Venceremos».

Πόσο ζεστή, πηγαία και αισθησιακή, συνάμα εκρηκτική, η φωνή του στο «Βράδυ Σαββάτου» του 1992: «Βράδυ Σαββάτου κι η μοναξιά του να με γυρίζει σαν σκυλί στις γειτονιές, βράδυ Σαββάτου κι η συννεφιά του να με τυλίγει από παντού χωρίς να φταις…». Στίχοι αληθινοί, που μας θυμίζουν «αυτόν που ψάχνουμε», που σε ταξιδεύουν…!

Οι στίχοι του «William George Allum» «Εγνώρισα κάποια φορά σ' ένα καράβι ξένο έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή, όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή…» σε στίχους του Νίκου Καββαδία, είναι μια αληθινή ιστορία και ο μεγάλος μουσικός το ερμήνευσε με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο, συνδυάζοντας τραγούδι και  αφήγηση.

«Ελάτε να μαλακώσει λίγο η ψυχή μας», ήταν τα λόγια του, «Είναι Αύγουστος!». Και το καταφέρνει με το «Πάρε με πάρε με μέσα σου να κρυφτώ σαν να μην έζησα πριν απ' το βράδυ αυτό… όχι πως έχω το κλειδί του παραδείσου μα σ' αγαπώ κι αυτό νομίζω είναι κάτι!». Αυτές τις αλλαγές κάνει και από εκρηκτικός γίνεται ερωτικός! Και όλοι λικνίζονται και αγκαλιάζουν τα ταίρια τους! Και το ένα «πάρε»  φέρνει το άλλο: «πάρε με μαζί σου στο βαθύ φιλί σου, μη μ’ αφήνεις μόνο θα χαθώ… Σ’ ακολουθώ σ’ αγγίζω και πονάω κλείνω τα μάτια και σ’ ακολουθώ…», μουσική του Μάνου Λοΐζου. Και ήρθε η πεθυμιά «Να κοιμηθούμε αγκαλιά, να μπερδευτούν τα όνειρά μας και στων φιλιών τη μουσική ρυθμό να δίνει η καρδιά μας», στίχοι που γεννούν μέσα μας την ανάγκη να ερωτευτούμε και να μας ερωτευτούν! 

Δυνατός ο ερωτικός λόγος του! Εκπληκτική η εκφραστικότητά του, τρομερός ο δυναμισμός του! τραγουδά το κομμάτι με τον μοναδικό δικό του ανεπανάληπτο τρόπο! Πάθος που βγαίνει και από τους στίχους και από τη φωνή και από τον συνδυασμό αυτών των δύο! Ένα πάθος ενδεικτικό του πάθους του ίδιου για τη μουσική! «Πριν το τέλος», στίχοι της Λίνας Νικολακοπούλου και μουσική του Lucio Battisti, «Κάθε νύχτα που περνάει πάντα εδώ». 

Πάντα εδώ είναι ο Βασίλης, ο αιώνια έφηβος!

Και μετά τον ερωτισμό ξαναγυρίζει στο «χαίρε υπουργέ», για να αποσπάσει συνεχές δυνατό χειροκρότημα! Συνεχίζει με τον στρατιώτη «Το εμβατήριο που του μαθα να λέει, είναι φασιστικό και ντρέπεται να κλαίει, είναι φασιστικό και ντρέπεται να κλαίει, το εμβατήριο που του 'μαθαν να λέει» και όλοι σηκώνονται όρθιοι και ανυψώνοντας τα χέρια τους τραγουδάνε μαζί του. Ξεσηκώνονται κυριολεκτικά! Ωστόσο, ο Βασίλης βρίσκει τρόπο να τους ενθαρρύνει: «Κράτα ρε φίλε γερά κράτα ρε φίλε γερά…». Στέλνει τα «Χαιρετίσματα στην εξουσία, εγώ κρατάω την ουσία κι ονειρεύομαι, παίρνω την κιθάρα μου και τραγουδάω, σας αγαπάω μα δεν παντρεύομαι».

Και το τέλος της εκδήλωσης φτάνει. Χειροκροτήματα, σφυρίγματα, κραυγές, χαμός! Φωνάζει κάποια παιδάκια να ανέβουν στη σκηνή και να καθίσουν δίπλα του. Θέλει να δώσουμε τη σκυτάλη σ’ αυτά τα παιδιά «χωρίς να τα διδάξουμε. Θα τα βρουν μόνοι τους. δεν χρειάζεται να είμαστε επαΐοντες σε όλα. Θα ήθελα να πούμε καληνύχτα μ’ ένα τραγούδι που θυμάμαι ότι ανήκει στον Πολιτισμό μας … μιλώ για τους ποιητές μας, το μόνο που δεν θα μπορέσουν να πάρουν αυτοί οι βάρβαροι απ’ έξω είναι ο πολιτισμός μας, γιατί δεν θα το καταλάβουν ποτέ έτσι και αλλιώς. Και, επειδή εμείς θέλω να συνεχίσουμε να είμαστε υπερήφανος λαός και να μην ζητάμε ελεημοσύνη, αλλά να απαιτούμε οπωσδήποτε δικαιοσύνη. Ελάτε να τραγουδήσουμε τον Μίκη Θεοδωράκη  σε Οδυσσέα Ελύτη. Σας παρακαλώ ΟΡΘΙΟΙ!». Και έτσι όλοι επί ποδός, όρθιοι, με το κεφάλι ψηλά και τα παλαμάκια να κρατούν το ρυθμό, τραγουδούν μαζί του! Τιμής ένεκεν το παραθέτω ολόκληρο:

Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ
και μυρσίνη συ δοξαστική
μη παρακαλώ σας μη
λησμονάτε τη χώρα μου!
Αετόμορφα έχει τα ψηλά βουνά
στα ηφαίστεια κλήματα σειρά
και τα σπίτια πιο λευκά
στου γλαυκού το γειτόνεμα!
Τα πικρά μου χέρια με τον κεραυνό
τα γυρίζω πίσω απ’ τον καιρό
τους παλιούς μου φίλους καλώ
με φοβέρες και μ’ αίματα!

Ένας γνήσιος καλλιτέχνης έχει πάντα έναν τρόπο να ξεχωρίζει! Έδωσε με τη βραδιά αυτή τον ορισμό της «περήφανης Αντίστασης» και της  «Δικαιοσύνης».

ΚΑΛΗ ΑΝΤΑΜΩΣΗ! Ήταν τα αποχαιρετιστήρια λόγια του, βγαλμένα απ’ την καρδιά του.   

Σωρός, λοιπόν, οι λόγοι που μας κάνουν να αγαπάμε τόσο πολύ τον καλλιτέχνη τούτον και να  επιθυμούμε να τον ακούμε για χρόνια, να φιλοξενούμε τη φωνή του στα σπίτια μας! Φωνή που μας κάνει να ανατριχιάζουμε, γιατί ο Παπακωνσταντίνου μιλά με τους στίχους του, με τις κινήσεις των χεριών του και  ολόκληρου του κορμιού του!

Δυο λόγια από εκείνους που το θαυμάζουν και ξέρουν το γιατί: «Βασίλη σε αγαπάμε, γιατί όταν τραγουδάς όλοι μένουν με ανοιχτό το στόμα από τη φωνάρα σου, το τρόπο σου και, πάνω απ’ όλα, δεν είσαι υποκριτής με τον κόσμο!! ΣΕ ΑΓΑΠΑΜΕ!»

Ευαγγελία Ράπτου - Στεργιούλα, Καθηγήτρια Ελληνικής Φιλολογίας -  Δρ. Παν. Αιγαίου

Πραγματοποιήθηκε το αφιέρωμα στον Χρήστο Νικολόπουλο


Την Πέμπτη 14 Αυγούστου στο Αρχαίο Θέατρο του Δίου στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του 43ου Φεστιβάλ Ολύμπου πραγματοποιήθηκε το αφιέρωμα στον Χρήστο Νικολόπουλο. Οι εξαίρετοι καλλιτέχνες Κώστας Μακεδόνας, Γιώτα Νέγκα, Δημήτρης Μπάσης και Σοφία Παπάζογλου ερμήνευσαν μεγάλες λαϊκές επιτυχίες του λαϊκού δημιουργού με τη συνοδεία 8μελούς ορχήστρας και, βέβαια, και την παρουσία του ίδιου του συνθέτη και απέσπασαν τα πιο εγκάρδια χειροκροτήματα.

Τα φώτα χαμηλώνουν στον χώρο των θεατών και δυνάμωσαν στον ορχηστικό, όπου οι 8 μουσικοί έχουν ήδη πάρει τις θέσεις τους και αρχίζουν να παίζουν το εισαγωγικό μουσικό κομμάτι της βραδιάς μόνοι τους. Κεντρικό πρόσωπο στη σκηνή ο μεγάλος τιμώμενος συνθέτης με το μπουζούκι του. Και ενώ τα χειροκροτήματα των θεατών τους καλωσορίζουν, ανανεώνονται πάραυτα, καθώς στη σκηνή εισέρχονται οι τέσσερις τραγουδιστές και αρχίζουν το μουσικό ταξίδι με το «Ξημέρωμα 1ης Ιανουαρίου 2000 μ.Χ» του 1993, τίτλος που χαρακτήρισε το ξεκίνημα ενός αιώνα δεμένος αρμονικά με μια από τις ωραιότερες μελωδίες του Χρήστου Νικολόπουλου. Στίχοι υπέροχοι και εκφραστικοί του «Θόδωρου Ποάλα «Μ’ ένα ταξίδι στο μυαλό, τα ‘ριξα όλα στο βυθό και βγήκα στον αιώνα. Λευκό πανάκι η καρδιά και το κορμάκι μου μπροστά γυμνό σε μια γοργόνα. Καπετάνιος ο καημός, δύσκολος καιρός…». Με άρωμα θάλασσας και το επόμενο, στίχοι του Λ. Παπαδόπουλου, «Όλα μου τα καράβια που αρμενίζουνε, τα μάτια σου που λάμπουν και με ζαλίζουνε. Όλα μου τα καράβια μέσα στα κύματα τα πρώτα της καρδιάς μου γλυκοσκιρτήματα».

Ο τιμώμενος συνθέτης χαιρετά το κοινό του και τον οικοδεσπότη του: «Καλησπέρα σας! Να ευχαριστήσουμε τον Οργανισμό Φεστιβάλ Ολύμπου για την πρόταση που μας έκανε να συμμετέχουμε στον κύκλο των πολύ καλών εκδηλώσεων που οργανώνει κάθε χρόνο», και απευθύνει λόγο ευχαριστήριο και στους θεατές και στους συνεργάτες του. Καταγόμενος από το χωριό Νησελούδι της γειτονικής Αλεξάνδρειας Ημαθίας, δηλώνει ιδιαίτερα χαρούμενος που βρίσκεται κοντά στα πάτρια εδάφη και τον ακούνε, μεταξύ άλλων, ο αδερφός του και οι φίλοι του και υπόσχεται ένα βράδυ χαρούμενο για όλους.

Το πρόγραμμα συνεχίζει «Στων αγγέλων τα μπουζούκια» εκεί «που είναι σαν τις μέρες τις βυζαντινές», που «Κάποιοι φίλοι μας τις νύχτες... παίζουν και πονούν και μας τραγουδούν τα μεράκια τους που δεν τα πιάνει ο νους».

Στη σκηνή μένει η Σοφία Παπάζογλου με τη χαρακτηριστική μελωδική φωνή της και ερμηνεύει με πάθος «Βήμα βήμα νιώθω πως θα γυρίσεις σαν το κύμα να με νανουρίσεις, μα τα βράδια όλα στο ίδιο χρώμα, γκρίζα πάντα και δεν ήρθες ακόμα», από τον προσωπικό δίσκο της Χ. Αλεξίου «Εμφύλιος Έρωτας» του 1984, λόγια που σε κάνουν «Πάνω σε κάθε στίχο» να «ακούς τα βήματα μιας αγάπης που ξεμακραίνει... Με βήμα μακρύ... και μνήμη τραγική...». Και την εξήγηση θα δώσει το επόμενο τραγούδι «Πρόσωπο με πρόσωπο ξανά τέτοια αγάπη κόσμους κυβερνά. Που μ’ αγκαλιάζει ακόμα… Και στης φωτιάς το στρώμα να πέσω είμ’ ικανή». Την αλήθεια, όμως, θα την πουν  οι στίχοι του Μανώλη Ρασούλη  «Αν πεθάνει μια αγάπη δεν πεθαίνει κι η ζωή, ό, τι πέρασε περνάει μα μπορεί ν’ αναστηθεί». Η ερμηνεύτρια, ωστόσο, διαλέγει τους στίχους του Ν. Αναγνωστάκη και ένα δικό της τραγούδι να πει μια άλλη αλήθεια: «Να μη σταθείς στης μοναξιάς μου τη σκιά κάθε της χάδι θα `ναι και μια μαχαιριά… να μη θυμώσει και αισθανθείς τον πανικό αυτόν που αισθάνονται οι τρελοί μες του μυαλού τους το κελί».

Στη σκηνή μπαίνει τρέχοντας ο Δημήτρης Μπάσης και απαντάει πως «Δεν έχει άκρη τούτη η αγάπη, είναι μια σφαίρα μες στο κορμί μου και με πονάει». Αλλά το παιχνίδι της ζωής σε λίγους στίχους είναι γραμμένο, στίχους του Άρη Δαβαράκη: «Λίγο αριστερά, λίγο δεξιά θα τη βρω την ευθεία τελικά. Λίγο μαγικά, λίγο μάγκικα θα τα βγάλω πέρα μια χαρά.… Λίγο ελεύθερος, λίγο δεύτερος ερωτεύομαι, κάνω παιχνίδι κι επιζώ. Λίγο ανέντιμος, λίγο έντιμος, όπως όλοι οι άνθρωποι κι εγώ». Πόσο δυναμικός ακούγεται ο ήχος της φωνής του! Πόσο ιδιαίτερη, ξεχωριστή, «λάμπουσα» και καθαρή! Και ερωτική, όταν ακούς από τα χείλη του «Είχα μάθει να `σαι εκεί κάθε πρωί να μου φέρνεις τον καφέ μ’ ένα φιλί. Είχα μάθει να μου δίνεις τα κλειδιά και να φεύγουμε μαζί για τη δουλειά. Είχα μάθει να σ’ ακούω να μιλάς να θυμώνεις, ν’ αγριεύεις, να γελάς. Είχα μάθει να ζηλεύεις σαν τρελή, να `σαι εκεί την κάθε δύσκολη στιγμή». Λέτε να είναι το «παράξενο Αυγουστιάτικο φεγγάρι» που μας κάνει και τα βλέπουμε όλα όμορφα; Αλλά τους στίχους κάνουμε ευχή «Παράξενο αυγουστιάτικο απογευματάκι, να μ’ έπαιρνες συγκάτοικο, αγκαλιά λιγάκι…». Απλώνεται η φωνή του και το ο νους μας κάνει όμορφες σκέψεις πλεγμένες με έρωτα και αισιόδοξο χαμόγελο! Ακούγοντας τη φωνή του ξεχνάς κάθε έγνοια και καημό, κάθε σκίρτημα οδυνηρό. Ακούγοντας αυτή την έκκληση στο αυγουστιάτικο φεγγάρι βιώνεις ένα παράξενο δέσιμο με το περιεχόμενο του τραγουδιού, ταυτίζεσαι μαζί του.

Σε λίγο η Γιώτα Νέγκα βγαίνει στη σκηνή, βλέμμα που μιλά με συναισθηματισμό, μια λαϊκή φωνή συμπαγής και καθαρή, άλλο ένα ξεχωριστό ποιοτικό μέταλλο. Και το πρώτο της τραγούδι η πρώτη μας παιδική αγάπη «Χωματένιοι δρόμοι κλέφτες κι αστυνόμοι κι ήσουν πάντα ο κλέφτης μάτια μου… Χρόνια από μετάξι σου κόλλαγε όλη η τάξη και με καρτερούσες μάτια μου… Χρόνια χελιδόνια που πετάξατε πού ‘ναι η ευτυχία που μου τάξατε…». Φωνή ζεστή, παθιάρικη με ευδιάκριτα «υψηλά» ξεσπάσματα. Και την σκηνική της παρουσία συμπληρώνει άψογα η κίνηση του σώματός της. Αλλά, όταν θα ερμηνεύσει τους στίχους του Μάνου Ελευθερίου από τη «Διαθήκη» «εγώ είμαι ελεύθερος αέρας που φυσά, εγώ έχω φίλους τα βουνά κι όλα τα κύματα, εγώ έχω αδέλφια τα ποτάμια τα πουλιά», ο Νικολόπουλος θα ρωτήσει «Γι’ αυτή την ερμηνεία τι θέλει;» και της δίνει ένα επαινετικό φιλί.  «Το πήρα το φιλάκι μου» θα απαντήσει εκείνη. Πράγματι, ήταν καταπληκτική η ερμηνεία. Η Γιώτα Νέγκα γνωρίζει να αγγίζει την ψυχή μας και να σκορπά το κέφι. Η ερμηνευτική της δεινότητα σε όλο της το μεγαλείο!  Και θα πάει στο επόμενο ερωτικό τραγούδι, σε « Όλες του κόσμου οι Κυριακές, λάμπουν στο πρόσωπό σου... Τι χρώματα, τι μουσικές μες στο χαμόγελό σου!». Στίχοι του Λ Παπαδόπουλου που ανακαλούν έρωτες μοναδικούς, καθήμενους είτε στον θρόνο της μνήμης είτε στον θρόνο του ονείρου, με την προσδοκία του ονειρεμένου έρωτα!

Ο Κώστα Μακεδόνας τώρα στη σκηνή. Υποκλίνεται στον συνθέτη και πάραυτα αρχίζει το  «Το ταξίδι αυτό που θα πάμε αγκαλιά, σε πελάγη βαθιά, με οδηγό την καρδιά. Θα `χει και βοριά, μα και νύχτες πανσέληνες να φωτίζουν τη δική μας στεριά. Το ταξίδι αυτό… μ’ οδηγό το φιλί! Καθάρια  και μελωδική η φωνή του! Με το επόμενο τραγούδι «Έκανες το λάθος» στην ουσία μας προτρέπει να «πάμε μπροστά». Σε λίγο, ωστόσο, όλοι τραγουδάνε Στέλιο Καζαντζίδη «Υπάρχω κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω μέσ’ στα μάτια σου που κλαίνε, μέσ’ στα χείλη σου που καίνε και θα υπάρχω στα τραγούδια που θ’ ακούς… κι ας βαδίζουμε σε δρόμους χωριστούς». Και ύστερα γύρισμα στα παλιά, σε ένα έργο που «κάπου όλοι το ‘χουμε ξαναδεί»: «Ήμουν μικρό παιδάκι με καθαρή καρδιά, είχα τ’ όνειρό μου, το ποδήλατό μου κι όλα έμοιαζαν σωστά», τότε στα «δεκάξι, που όλα ήταν εντάξει, που είχαμε μια ζωή μπροστά…»! Με τέχνη ο μεγάλος ερμηνευτείς, μετά από κάθε μελαγχολικό στίχο, μας «ανεβάζει» έστω και με ένα ποδήλατο». Μας μιλά με τα τραγούδια του, όπως και το ομώνυμο τραγούδι του Γιώργου Νταλάρα «Εγώ θα σου μιλώ με τα τραγούδια μου στα λόγια τους θα βλέπω τη μορφή σου κι εσύ θα μου μιλάς με τη σιωπή σου», αφού, έστω και αν «χάνεται τ’ όνειρο το τραγούδι όμως μένει».

Ο Χρήστος Νικολόπουλος ξέρει να «υποχωρεί» για χάρη των συνεργατών του. Τους συνοδεύει διαρκώς, αλλά στέκεται παράπλευρα. Τους δίνει το «προβάδισμα», σαν αυτός να  είναι ο καμβάς και εκείνοι με τις ερμηνείες τους το κέντημα. Στον ουρανό το φεγγάρι σαν να λησμόνησε να βγει. Ξάφνου προβάλλει αχνό, συννεφιασμένο και αόριστο στο σχήμα του, μα όσο ανεβαίνει τόσο ξεκαθαρίζει η θωριά του. Στη σκηνή τη σκυτάλη παίρνει η πένα του μπουζουκιού του συνθέτη και ο ίδιος τραγουδά για τον φίλο του τον Μέρτικα, «με τα βαριά τσιγάρα του τα σέρτικα». Και συνεχίσουν οι μπουζουκοπεννιές.

Επιστρέφει στη σκηνή η Σοφία Παπάζογλου με στίχους του Γιάννη Πάριου «Τώρα κι εγώ θα ζήσω, πίσω πια δε γυρνώ..», της Λίνας Νικολακοπούλου «Καρδιά μου εγώ, φωτιά μου εγώ, στεριά μου εγώ, νύχτες βουνά». Και το κέφι αρχίζει ν’ ανάβει. Μπαίνει και ο Μπάσης στη σκηνή και δηλώνει την καλλιτεχνική του ταυτότητα: «Εγώ είμαι ένας τραγουδιστής του έρωτα και της ζωής», που ταιριάζει με το επόμενο του Στέλιο Καζαντζίδη «Μη με λυπάσαι διώξε με απόψε σαν να `μαι αγριολούλουδο και τη ζωή μου κόψε… κι αν χιονίζει και αν βρέχει τ’ αγριολούλουδο αντέχει». «Γεια σου Χρήστο με τα τραγούδια σου» θα αναφωνήσει ο Μπάσης και η Σοφία ερμηνεύει «Άιντε μάτια μου γλυκά πριν να είναι πια αργά». Χαμός από σφυρίγματα και λικνίσματα των θεατών, όταν ο Μπάσης τραγουδά τους ψίθυρους καρδιάς «Καράβι το φεγγάρι μες στο κρεβάτι μας,  τα χάδια μας λυτρώνει και την αγάπη μας. Σε χάρτες και σε πόλεις με ψίθυρους καρδιάς θα καίγονται όσα, φως μου, δεν ήτανε για μας». 

Ξεσηκώθηκε ο κόσμος όλος με τη «Ζήλεια» της Αλεξίου από τη φωνή της Σοφίας «Όταν παίρνω φόρα, φόρα κατηφόρα κι ο Θεός ο ίδιος δε με σταματά… ζήλεια μου, με σένα η καρδιά μου είναι ζωντανή μίλα μου, μα φύγε όταν έρθει εκείνος να με βρει…» και με τους «αισθηματίες» του Σ. Καζαντζίδη από τη φωνή του Μπάση. Άρχισαν τα «παραγγέλματα» με το «Παίξε Χρήστο επειγόντως κείνο τον ρυθμό, χρέος στο χορό να μπούμε εθνικό… Πες Μανώλη την κουβέντα κείνη τη στρωτή στο χορό να ξεστρατίσουν κι οι στρατοί», αφού «Με το βοριά το κύμα μες την πλώρη χρόνια τραβάμε ζόρι και παλεύουμε, τα βολεύουμε, με το φόβο το γλεντάμε και χορεύουμε…» με τη φωνή του Μπάση και νιώσαμε όλοι την ανάγκη του επόμενου τραγουδιού «αγάπησέ με, σήμερα μες στη ζωή σου σεργιάνισέ με βραδιές κι απομεσήμερα…» σε ντουέτο ερμηνεία.

Η Γιώτα θα πει «νύχτα στάσου μια στιγμή μια αγάπη θα πεθάνει την αυγή», θυμίζοντας τη Λίτσα Διαμάντη, «Δεν υπάρχουν άγγελοι. Δε με ξεγελάνε τα γαλάζια μάτια, τα ξανθιά μαλλιά…», γνωστό από την Κατερίνα Κούκα, «Μία είναι η ουσία, δεν υπάρχει αθανασία» με την ανεκπλήρωτη παράκληση και ευχή «Να `σουνα, Θεέ μου, πότης να σωθεί η ανθρωπότης, στο μεθύσι σου απάνω να μαχαίρωνες το Χάρο…», «Γυρίζω απ' τη νύχτα, έρχομαι απόψε απ του καημού τη φυλακή», ξεσηκώνοντας τους φίλους του Καζαντζίδη και «Της καληνύχτας τα φιλιά» της Ελευθερίας Αρβανιτάκη.

Και ο Μακεδόνας θα τους «κάνει όλους στην μπάντα «να βγει να χορέψει, ο Σαλονικιός», θα «ομολογήσει» πώς «Τώρα ό,τι κι αν πω, ναι την αγαπώ», «Παιδί της νύχτας μια ζωή δε το αντέχω το πρωί»,  πώς «Κάτω απ’ το πουκάμισό μου η καρδιά μου σβήνει», πως  «Με σκότωσε γιατί την αγαπούσα, γιατί την είχα σαν μικρό παιδί κι όλα τα λάθη της τα συγχωρούσα, πικρή στιγμή μαζί μου να μη δει», συνοδευμένος από τις χιλιάδες των θεατών φωνές, και «ποτέ δε θα ξεχάσω αυτή τη θάλασσα, αυτή που χάλασα για να σε βρω».

Ο Νικολόπουλος σήμανε το τέλος της εκδήλωσης λέγοντας «να σας χαιρετήσουμε. Καλά περάσαμε», για να ακουστεί το «και άλλο και άλλο» και εκείνοι να πουν όλοι με μια φωνή «Και το βράδυ, το βραδάκι είσαι σπίρτο που ανάβει φωτιά και με καίει σαν κλαδάκι ως το χάραμα, μες στη νυχτιά».

Στο σημείο αυτό ο πρόεδρος του Φεστιβάλ Ολύμπου κ. Γρηγόρης Παπαχρήστου είχε ετοιμάσει την απονομή αναμνηστικών, καθώς όπως ο ίδιος υπογράμμισε: «Απόψε το Φεστιβάλ Ολύμπου συμπληρώνει ένα μεγάλο κενό στον πίνακα των μεγάλων Ελλήνων συνθετών που πέρασαν από αυτή εδώ τη σκηνή του Αρχαίου Θεάτρου στα 43 αυτά χρόνια ζωής… το Φεστιβάλ τον τιμά … με τον Ξένιο Δία». Τίμησε επίσης με δώρα όλους τους ερμηνευτές, προσφέροντάς στον Μακεδόνα και τον Μπάση αντίγραφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και στις κυρίες έναν επίχρυσο ρόδακα, αντίγραφο χρυσού ρόδακα που βρέθηκε σε τάφο της Πιερικής περιοχής, ένα διαχρονικό κόσμημα με μορφή μικρού ρόδου, σύμβολο και φυλαχτό, η χρήση του οποίου άρχισε από την Μυκηναϊκή εποχή.

Και εκείνη απάντησαν και αποχαιρέτησαν «Με τα φώτα νυσταγμένα και βαριά τριγυρνάνε οι νταλίκες στην Αθήνα, στα λιμάνια, στους σταθμούς, στην αγορά
ό, τι ψάχνεις στη ζωή να βρεις ξεκίνα». Δύο ώρες και 45 λεπτά μας κράτησαν συντροφιά, μας διασκέδασαν κι εμείς τραγουδήσαμε μαζί τους τραγούδια αγαπημένα, μεγάλες επιτυχίες από το βιβλίο ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού.

FOOTBALL LEAGUE

ΜΠΑΣΚΕΤ

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

ΤΟΠΙΚΑ

ΑΛΛΑ ΣΠΟΡ

 
© Copyright KateriniGoal - Nick Gkimpis 2011 - 2017 All Rights Reserved